Γράψου στο Newsletter για να λαμβάνεις πρώτος τους νέους αγώνες, άρθρα και tips για προπονήσεις και νέα για το τρέξιμο

Συλλέγουμε το Email σου ώστε να σου αποστέλνουμε ενημερωτικά newsletter. Παρακάτω μπορείς να δεις τους όρους χρήσης και την πολιτική συλλογής δεδομένων του Running Magazine
Please wait...

Νέα έρευνα αποδεικνύει πως οι αθλητές αντοχής μπορούν να αντέξουν μεγαλύτερες μυικές καταπονήσεις κατά την διάρκεια του αγώνα

 

Δεν υπάρχει τίποτα πιο αποκαρδιωτικό από το να προσπαθείς να πιάσεις τον επιθυμητό αγωνιστικό ρυθμό σε μια προπόνηση. Προσωπικά, σπάνια κατάφερα να τρέξω ακόμα και την μισή απόσταση στον αγωνιστικό ρυθμό. Και στις σπάνιες περιπτώσεις που προσπάθησα κάτι τέτοιο, πάντα έμεινα να αναρωτιέμαι: “Πως θα τα καταφέρω να τρέξω την διπλάσια απόσταση, ακόμα πιο γρήγορα, στον αγώνα;”

Φυσικά η εμπειρία σε διδάσκει πως μπορείς να αποδόσεις σχεδόν ακατόρθωτα πράγματα από την στιγμή που θα δοθεί η εκκίνηση. Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες που λειτουργούν: Είσαι ξεκούραστος και έχεις κάνει καλή προετοιμασία, έχεις έντονο κίνητρο, τρέχεις με άλλους οπότε η απόδοση σου είναι συγκρίσιμη και άλλα. Πως όμως αυτό μεταφράζεται σε πιο γρήγορο τρέξιμο;

Σε μια έρευνα που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2016 στο ετήσιο συνέδριο του European College of Sports Science στην Βιένη, δίνεται κάποια εικόνα. Ο Marco Konings και οι συνεργάτες του από το University of Essex ερεύνησαν τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού σε διάφορους τύπους κούρασης που εμφανίζονται στον εγκέφαλο και στους μύες.

Στην έρευνα συμμετείχαν ποδηλάτες που έκαναν 2 διαδρομές των 4 km, μια φορά μόνοι τους ο καθένας και μια φορά με εικονικό αντίπαλο (με διαφορετική σειρά κάθε φορά οι δυο διαδρομές). Χωρίς να αποτελεί έκπληξη, πήγαν πιο γρήγορα όταν αντιμετώπισαν τον εικονικό αντίπαλο (6:22.2 και 6:33.6 κατά μέσο όρο οι 2 χρόνοι).

Πριν και μετά τις δοκιμές, οι ερευνητές ζήτησαν από τους ποδηλάτες να εκτελέσουν μια “μέγιστη σύσπαση” των μυών των ποδιών τους, και χρησιμοποίησαν ηλεκτρομυογράφημα για να ελέγξουν πόση επιπλέον δύναμη μπορεί να προκύψει από τον μυ. Αυτό τους επέτρεψε να υπολογίσουν την περιφερειακή κούραση (πόσο πιο αδύνατος είναι ο ίδιος ο μυς μετά την δοκιμασία) αλλά και την κεντρική κούραση (πόσο πιο αδύνατο είναι το σήμα από τον εγκέφαλο στον μυ μετά την δοκιμασία).

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η κεντρική κούραση ήταν σχεδόν η ίδια και στις 2 περιπτώσεις (μια μείωση της τάξεως του 4,9% στον αγώνα με τον εικονικό αντίπαλο με 3,4% μείωση στην διαδρομή χωρίς αντίπαλο). Αλλά η περιφερειακή κούραση ήταν μεγαλύτερη στον αγώνα με τον εικονικό αντίπαλο, μειωμένη κατά 23,1% με μόλις 16,2% μείωση στην διαδρομή χωρίς αντίπαλο.

Οι επιπτώσεις, γράφει ο συγγραφέας, είναι ότι “η παρουσία ενός ανταγωνιστικού αντιπάλου φαίνεται να είναι ικανή να σε αναγκάσει να χρησιμοποιήσεις σε μεγαλύτερο βαθμό τις ψυχολογικές δυνάμεις που έχεις”, χάρη στην “προθυμία να ανεχτείς υψηλότερα επίπεδα περιφερειακής κούρασης”.

Υπάρχουν, πράγματι, αποδείξεις πως η διαρκής σκληρή προπόνηση παράγει μεταβολίτες (συγκεκριμένα γαλακτικό οξύ, ιόντα υδρογόνου και ATP) στους μύες σου οι οποίοι στέλνουν μήνυμα πίσω στον εγκέφαλο που μεταφράζεται ως πόνος. Αν είσαι πρόθυμος να αγνοήσεις τον πόνο για λίγο παραπάνω, μπορείς προφανώς να αποδόσεις καλύτερα.

Οι μετρήσεις αυτές είναι σύνθετες και εξαρτώνται πολύ από τις λεπτομέρειες του πειράματος. Ο βαθμός της περιφερειακής κούρασης μπορεί να εξαρτάται από τον ρυθμό σου. Μια αργή εκκίνηση και ένα μεγάλο σπριντ στον τερματισμό μπορεί να παράξει μια διαφορετική ισορροπία μεταξύ της περιφερειακής κούρασης και της κεντρικής κούρασης σε σχέση με μια γρήγορη εκκίνηση με σταδιακή μείωση του ρυθμού.

Με άλλα λόγια, η λογική “τρέχεις καλύτερα στους αγώνες γιατί είσαι πρόθυμος να αντέξεις μεγαλύτερο μυικό πόνο” πιθανώς να μην αποτελεί μια πλήρη εξήγηση της μαγείας του αγώνα. Αλλά είναι μια αρχή, και μια χρήσιμη υπενθύμιση πως η προπόνηση και ο αγώνας δεν είναι το ίδιο.

Το ερώτημα που παραμένει είναι αν είναι καλύτερα να μάθεις να έχεις πρόσβαση σε αυτή την προθυμία και στις προπονήσεις ή αν πρέπει να αφήσεις αυτές τις τελευταίες δυνάμεις για την στιγμή που πραγματικά θα τις χρειαστείς, δηλαδή για τον αγώνα. Σαν αθλητής το ένστικτό μου μου λέει να ακολουθήσω την δεύτερη επιλογή αλλά έχω ακούσει πολλές “πολεμικές” ιστορίες μεγάλων αθλητών που κατάφεραν και μετέφεραν αυτή την ποιότητα της απόδοσης και στις προπονήσεις τους.

Συγγραφέας: Alex Hutchinson

Επιμέλεια και κατασκευή: Runningmagazine